Δευτέρα, 20 Μαρτίου 2017

Πάνω από ένα εκατομμύριο οι αναποφάσιστοι ψηφοφόροι

Εδώ και λίγους μήνες, το πεδίο του κομματικού ανταγωνισμού χαρακτηρίζεται περισσότερο από την παγίωση των εκλογικών συσχετισμών και λιγότερο από τις δευτερεύουσες μεταβολές τους.

 Τόσο το σημαντικό προβάδισμα της Ν.Δ. και η υπεροχή της σε όλους τους ποιοτικούς δείκτες όσο και η εικόνα αποσυσπείρωσης του ΣΥΡΙΖΑ φαίνεται να αποκτούν μόνιμα χαρακτηριστικά.
Με βάση τις καταγραφές των ερευνών κοινής γνώμης, συμπεραίνουμε με ισχυρή βεβαιότητα πως αν είχαμε σήμερα εκλογές, θα τις κέρδιζε η Ν.Δ. Ισχυρή είναι επίσης η βεβαιότητα πως το ποσοστό συμμετοχής στις εκλογές θα ήταν αισθητά μικρότερο από τις προηγούμενες εκλογικές αναμετρήσεις, λόγω της απογοήτευσης των ψηφοφόρων και της ολοένα αυξανόμενης αμφισβήτησης της ικανότητας του πολιτικού προσωπικού να αντιμετωπίσει τα μεγάλα προβλήματα της χώρας και των πολιτών.

Ωστόσο, τα ερωτήματα που αναδεικνύουν οι δημοσκοπήσεις αυτής της περιόδου είναι περισσότερα από τις ισχυρής βεβαιότητας απαντήσεις που δίνουν.
Το πρώτο αφορά στην εκλογική διαφορά μεταξύ της Ν.Δ. και του ΣΥΡΙΖΑ. Το μέγεθός της στην ερώτηση της πρόθεσης ψήφου είναι η πιο ασταθής παράμετρος κάθε έρευνας. Ενέχει εξ ορισμού διπλάσια στατιστική απόκλιση από τις υπόλοιπες μεταβλητές.

Σε μία δημοσκόπηση με αποδεκτό όριο σφάλματος +/-3%, το σφάλμα στην περίπτωση της διαφοράς ορίζεται στο +/- 6%. Αυτό σημαίνει πως εάν δύο κόμματα καταγράφονται με διαφορά, π.χ., 10 ποσοστιαίων μονάδων, τότε σύμφωνα με τους κανόνες της στατιστικής επιστήμης συμπεραίνεται ότι η διαφορά τους αναμένεται να κυμανθεί μεταξύ 4% και 16%. Η παραπάνω διαπίστωση, σε συνδυασμό με την ύπαρξη σημαντικού ποσοστού αδιευκρίνιστης ψήφου, δεν επιτρέπει βεβαιότητες ως προς την ακριβή πρόβλεψη της αναμενόμενης διαφοράς μεταξύ Ν.Δ. και ΣΥΡΙΖΑ.

Το δεύτερο ερώτημα αφορά στο ποια θα είναι η τρίτη πολιτική δύναμη. Η τρίτη θέση διεκδικείται με αξιώσεις από τρία κόμματα (Χρυσή Αυγή, ΚΚΕ, Δημοκρατική Συμπαράταξη) που καταγράφονται σήμερα ως σχετικά ισοδύναμα με διαφορές μικρότερες της μιας ποσοστιαίας μονάδας.

Το τρίτο ερώτημα αφορά στο πόσα κόμματα θα μπουν στη Βουλή. Στην περιοχή πέριξ του 3% καταγράφονται η Ενωση Κεντρώων, οι ΑΝ.ΕΛ., Το Ποτάμι και η Πλεύση Ελευθερίας. Το ποια από αυτά τα κόμματα θα κατορθώσουν ή όχι να περάσουν το κατώφλι της Βουλής δεν μπορεί να απαντηθεί με βεβαιότητα.

Το τέταρτο ερώτημα αφορά στο αν θα έχει ή όχι αυτοδυναμία η Ν.Δ. Δεν μπορεί να αποκλειστεί ως ενδεχόμενο, αλλά ούτε και να υποστηριχθεί με βεβαιότητα από τις δημοσκοπήσεις. Η εξασφάλιση της αυτοδυναμίας εξαρτάται -εκτός από τον απόλυτο αριθμό ψήφων που θα συγκεντρώσει το πρώτο κόμμα- από πολλούς παράγοντες που δεν μπορούν εκ των προτέρων να υπολογιστούν, όπως το ποσοστό της συμμετοχής στις εκλογές, πόσα κόμματα θα μπουν στη Βουλή, ποιο θα είναι αθροιστικά το ποσοστό των κομμάτων που θα μείνουν εκτός Βουλής κ.ά.
Συχνά τονίζουμε ότι τα στοιχεία της πρόθεσης ψήφου δεν αποτελούν πρόβλεψη του εκλογικού αποτελέσματος, αλλά καταγραφή των τάσεων τη δεδομένη χρονική περίοδο.

Πολλοί λένε πως οι δημοσκοπήσεις είναι μία φωτογραφία της στιγμής. Για να καταλάβουμε όμως τι δείχνει η κάθε φωτογραφία πρέπει να παρατηρήσουμε το σύνολο των στοιχείων που την απαρτίζουν. Τότε ίσως συμφωνήσουμε ότι στις όποιες υποθέσεις μας δεν πρέπει να παραβλέπουμε ένα από τα σημαντικότερα στοιχεία που καταγράφουν οι δημοσκοπήσεις: ότι σήμερα πάνω από 1 εκατομμύριο ψηφοφόροι δηλώνουν πως δεν έχουν αποφασίσει ποιο κόμμα θα ψήφιζαν ή αν θα συμμετάσχουν στις επόμενες εκλογές.

* Ο κ. Θωμάς Γεράκης είναι πρόεδρος & διευθύνων σύμβουλος της Marc

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Διατηρούμε το δικαίωμα να μη δημοσιεύουμε σχόλια που είναι υπέρ το δέον υβριστικά ή άσχετα με το άρθρο ή αναφέρονται σε προσωπικά δεδομένα των αρθρογράφων. Επώνυμα άρθρα και σχόλια φέρουν την ευθύνη του περιεχομένου. Ευχαριστούμε για την κατανόηση!