Κυριακή, 30 Απριλίου 2017

Οι γαλλικές εκλογές. Ανησυχίες και προοπτικές

Του Στέφανου Κωνσταντινίδη*
Στις 7 Μαΐου 2017 διεξάγεται ο δεύτερος γύρος των γαλλικών προεδρικών εκλογών με αντιμέτωπους τον Εμανουέλ Μακρόν της Κεντροδεξιάς και την Μαρίν Λεπέν της Ακροδεξιάς.
Το ακροδεξιό Εθνικό Μέτωπο πέτυχε για πρώττη φορά να φτάσει στο δεύτερο γύρο των γαλλικών προεδρικών εκλογών το 2002 με τον Ζαν Μαρίν Λεπέν. Ήταν η πρώτη φορά στην ιστορία της Πέμπτης Γαλλικής Δημοκρατίας που δεν συμμετείχε στο δεύτερο γύρο των προεδρικών εκλογών εκπρόσωπος της γαλλικής Αριστεράς. Τότε όμως επρόκειτο περισσότερο για ατύχημα και στο δεύτερο γύρο ο Ζακ Σιράκ εκλέγηκε με μια συντριπτική πλειοψηφία που ξεπερνούσε το 80%, με την στήριξη όλου του παραδοσιακού πολιτικού συστήματος που απομόνωσε την Ακροδεξιά. Σήμερα όμως, το Εθνικό Μέτωπο είναι η δεύτερη πολιτική δύναμη της Γαλλίας και η συμμετοχή του στο δεύτερο γύρο των εκλογών ήταν δεδομένη. Άλλη διαφοροποίηση, ο υποψήφιος της ριζοσπαστικής Αριστεράς, Ζαν Λουκ Μελανσόν, δεν στηρίζει στο δεύτερο γύρο τον κεντροδεξιό υποψήφιο αλλά τάχτηκε υπέρ της ψήφου κατά συνείδηση. Ο λόγος γιατί δεν θέλει να νομιμοποιήσει την εκλογή Μακρόν που θεωρείται βεβαία, ενός τραπεζίτη που πιστεύει ότι θα συνεχίσει την πολιτική Ολάντ και την υποταγή στο Βερολίνο.
Ίσως για πρώτη φορά, εδώ και πολύ καιρό, να μη έχουν πέσει έξω σε αυτές τις εκλογές, οι δημοσκοπήσεις! Οι δημοσκόποι μπορούν αυτή τη φορά να κοιμηθούν ήσυχοι! Και θα αναπνέουν με ικανοποίηση πολλοί! Από το Βερολίνο ως την γαλλική αστική τάξη, τον Ολάντ που στήριξε Μακρόν, το χρηματιστηριακό κεφάλαιο και το ευρωπαϊκό ιερατείο. Τέλος όλα καλά φαίνονται! 
Ο δεύτερος γύρος, κανονικά, εκτός ατυχήματος, θα πρέπει να είναι περίπατος για τον Μακρόν. Ολόκληρο το γαλλικό κατεστημένο άρχισε ήδη να συνασπίζεται πίσω από τον τραπεζίτη μελλοντικό πρόεδρο και ακολούθησε και το αντίστοιχο ευρωπαϊκό. Η Αριστερά, οι προοδευτικές δυνάμεις γενικότερα, είναι σε αδιέξοδο. Υποχρεωτικά ή θα ακολουθήσουν τον Μακρόν ή θα κάνουν σιωπηρή αποχή. Το μόνο ενδιαφέρον θα είναι πια το ποσοστόν της Λεπέν στο δεύτερο γύρο. Και είναι ενδιαφέρον γιατί θα δείξει τις μελλοντικές δυνατότητες της Ακροδεξιάς. Αν η Λεπέν καταφέρει να πλησιάσει το 40%, θα θεωρηθεί θρίαμβος. Γύρω στο 30% θς θεωρηθεί ένα μέτριο αποτέλεσμα και ένα κάτω του 30% θα θεωρηθεί απογοητευτικό. Διότι στόχος πια της Λεπέν και του Εθνικού Μετώπου είναι οι επόμενες προεδρικές εκλογές σε πέντε χρόνια και πάνω σε αυτό το ποσοστό επιθυμούν να χτίσουν στα χρόνια που έρχονται. Και βεβαίως στοιχηματίζουν στην αποτυχία της φιλελεύθερης πολιτικής Μακρόν και της εξάρτησης του από το Βερολίνο.

Για το Μακρόν το στοίχημα είναι να κερδίσει τις εκλογές με το μεγαλύτερο δυνατόν ποσοστό και το επόμενο βήμα να κερδίσει μια πλειοψηφία στις βουλευτικές εκλογές που θα ακολουθήσουν στις 11 και 18 Ιουνίου 2017. Καθ΄όσον το γαλλικό πολιτικό σύστημα είναι ημιπροεδρικό και αν ο πρόεδρος δεν διαθέτει κοινοβουλευτική πλειοψηφία θα είναι υποχρεωμένος να συγκυβερνήσει με τον πρωθυπουργό που θα προέρχεται από το κόμμα που θα έχει την κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Κάτι τέτοιο συνέβηκε στο παρελθόν όταν ο τότε πρόεδρος Φρανσουά Μιτεράν υποχρεώθηκε σε πολιτική συγκατοίκηση με τον Ζακ Σιράκ ως πρωθυπουργό. Το πρόβλημα για τον Μακρόν είναι ότι ο ίδιος δεν διαθέτει κόμμα και ελπίζει στην εκλογή μιας «κεντρογενούς» πλειοψηφίας που θα τον στηρίζει. Ήδη όμως, ο πρώην πρόεδρος Νικολά Σαρκοζί λέγεται ότι εργάζεται παρασκηνιακά ώστε το κόμμα του, το δεξιό Ρεπουμπλικανικό Κόμμα, να έχει ισχυρή κοινοβουλευτική παρουσία στη Βουλή. Αβέβαιον είναι και το μέλλον του Σοσιαλιστικού Κόμματος μετά την κατάρρευση του στις προεδρικές εκλογές του πρώτου γύρου και την εγκατάλειψη του από τον Ολάντ και τους κομματικούς «προύχοντες» που στήριξαν Μακρόν αντί τον δικό τους υποψήφιο. Όσον αφορά το Εθνικό Μέτωπο, το εκλογικό σύστημα είναι αμφίβολον αν θα του επιτρέψει να έχει μια ουσιαστική συμμετοχή στη Βουλή, δεδομένης της απομόνωσης του από τα άλλα κόμματα. Μένει επίσης να φανεί αν τα ψηλά ποσοστά του Μελανσόν και της ριζοσπαστικής Αριστεράς θα μεταφραστούν θετικά και στις βουλευτικές εκλογές.
Συμπερασματικά, η Γαλλία εισέρχεται σε μια μεταβατική περίοδο που θα επαναπροσδιορίσει πιθανόν το κομματικό της σύστημα από τη μια, και από την άλλη, το πιο σημαντικό, τις σχέσεις της με την Ευρωπαϊκή Ένωση. Ουσιαστικά εκείνο που θα κριθεί θα είναι η νέα σχέση της χώρας με το Βερολίνο. Αν δηλαδή ο νέος πρόεδρος θα ακολουθήσει την πολιτική υποταγής στο Βερολίνο που επικράτησε τα τελευταία χρόνια, ή αν θα επιδιώξει μια ισότιμη σχέση που θα επαναφέρει την Γαλλία στο κέντρο της ευρωπαϊκής πολιτικής με ηγετικό ρόλο και επιρροή. Και ασφαλώς η υποταγή στο Βερολίνο θα σημαίνει πολιτική λιτότητας για τους πολίτες της Γαλλίας, με λιγότερο κοινωνικό κράτος, θα σημαίνει περαιτέρω συρρίκνωση της εθνικής κυριαρχίας της χώρας και κατ΄επέκταση ενίσχυση της Λεπέν και της Άκρας Δεξιάς. Θυμίζω απλώς ότι η Μαρίν Λεπέν θα είναι μολις 54 χρόνων στις επόμενες προεδρικές εκλογές!
*Πανεπιστημιακός, διευθυντής του Κέντρου Ελληνικών Ερευνών Καναδά-ΚΕΕΚ
 και μέχρι πρόσφατα  επιστημονικός συνεργάτης του ΕΔΙΑΜΜΕ στο Πανεπιστήμιο Κρήτης.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Διατηρούμε το δικαίωμα να μη δημοσιεύουμε σχόλια που είναι υπέρ το δέον υβριστικά ή άσχετα με το άρθρο ή αναφέρονται σε προσωπικά δεδομένα των αρθρογράφων. Επώνυμα άρθρα και σχόλια φέρουν την ευθύνη του περιεχομένου. Ευχαριστούμε για την κατανόηση!