Τρίτη, 25 Απριλίου 2017

Κόκκινα δάνεια: Τα προβλήματα της επιχειρούμενης νομοθετικής ρύθμισης

Το νομοσχέδιο για τον «εξωδικαστικό μηχανισμό ρύθμισης οφειλών επιχειρήσεων», με περιεχόμενο ελαφρώς διαφοροποιημένο σε σχέση με αυτό που είχε τεθεί πριν από λίγο καιρό σε δημόσια διαβούλευση, κατατέθηκε τελικά στη Βουλή, έχουν δε ξεκινήσει οι διαδικασίες για την ψήφισή του.

Οι προσδοκίες που το συνοδεύουν είναι δικαιολογημένα υψηλές, αφού η αντιμετώπιση του προβλήματος των κόκκινων δανείων αποτελεί αναπόδραστο όρο –με χαρακτήρα επείγοντα, πάλι- για την επιβίωση του ελληνικού τραπεζικού συστήματος και βασική προϋπόθεση, μαζί με άλλες βέβαια, επιστροφής της ελληνικής οικονομίας στην κανονικότητα. Συνεπώς, τώρα είναι η στιγμή για να επισημανθούν τα σημεία εκείνα που ενδεχομένως δικαιολογούν προβληματισμούς ως προς τις πιθανότητες επιτυχίας του εγχειρήματος. Και αναμφίβολα υπάρχουν αρκετά τέτοια σημεία.

Μη επαναλαμβάνοντας τις περισσότερες –βάσιμες κατά τη γνώμη μου- ενστάσεις που έχουν από νωρίς διατυπωθεί τόσο ως προς τις προϋποθέσεις υπαγωγής στη ρύθμιση (στις οποίες περιλαμβάνεται μία κερδοφόρα χρήση κατά την τελευταία τριετία) όσο και ως προς το εύρος της (που αποκλείει τους ελεύθερους επαγγελματίες), τα οποία κάπως επιχειρείται να αντιμετωπισθούν διαφορετικά στην τελική μορφή του νομοσχεδίου, δύο είναι τα σημεία που γεννούν τους πιο σοβαρούς προβληματισμούς.

Το πρώτο έχει να κάνει με τον ίδιο τον πυρήνα της ρύθμισης: ο νόμος προβλέπει ότι η αίτηση υπαγωγής υποβάλλεται από τον οφειλέτη σε μία δημόσια υπηρεσία (υπό κανονικές συνθήκες λειτουργίας, ηλεκτρονικά στην Ειδική Γραμματεία Διαχείρισης Ιδιωτικού Χρέους, ενώ στην πρώτη φάση εφαρμογής της ρύθμισης θα υποβάλλεται,σε υλική μορφή, στις Διευθύνσεις Ανάπτυξης των ανά την χώρα Περιφερειακών Ενοτήτων). Γιατί όμως να συμβαίνει αυτό; Με ποια εχέγγυα έγινε η παραπάνω επιλογή, όταν είναι γνωστό τοις πάσι πως ο δημόσιος τομέας στην Ελλάδα καμιά απολύτως εξοικείωση δεν έχει ούτε με την επιχειρηματικότητα γενικώς ούτε με την διαχείριση ιδιωτικών αξιώσεων ειδικώς, στερούμενος οποιασδήποτε σχετικής παράδοσης και κουλτούρας; Πώς άραγε μπορεί να τα βγάλει πέρα με κάτι εντελώς άγνωστο και εν πολλοίς άσχετο μ’ αυτόν; Εύλογες συνεπώς είναι οι επιφυλάξεις για τη συγκεκριμένη επιλογή, η οποία βεβαίωςδικαιολογεί και πολλές ανησυχίες ως προς την καλή, αδιάλειπτη, αντικειμενική και μακριά από παρεμβάσεις λειτουργία των προβλεπόμενων διαδικασιών.

Όλες οι παραπάνω επιφυλάξεις και ανησυχίες δεν θα υπήρχαν καθόλου εάν ως αρμόδιος φορέας για το χειρισμό του θέματος, αντί της όποιας δημόσιας υπηρεσίας, είχαν επιλεγείτα Επιμελητήρια και οι Δικηγορικοί Σύλλογοι(κατά προτίμηση σε σύμπραξη, στο πλαίσιο μιας επί τούτου κοινής δομής), που αναμφίβολα διαθέτουν το πλέον κατάλληλο ανθρώπινο δυναμικό σε γνώση και εμπειρία για να φέρουν εις πέρας με αξιόπιστο και αποτελεσματικό τρόπο τοσημαντικό αυτόέργοτης υποδοχής των αιτήσεων και της διαχείρισης της διαδικασίας υπαγωγής στη ρύθμιση. Πολύ περισσότερο μάλιστα αν λάβουμε υπ’ όψιν μας ότιτα Επιμελητήρια και οι Δικηγορικοί Σύλλογοι δεν αποτελούν καθόλου μέρος του προβλήματος, αντίθετα με το Δημόσιο, το οποίο στη συντριπτική πλειοψηφία των περιπτώσεων θα εμπλέκεται ως πιστωτής στη διαδικασία και, άρα, θα ενδιαφέρεται κυρίως για τα δικά του συμφέροντα, τα οποία είναι εξ ορισμού αντικρουόμενα με αυτά των αιτούντων.

Το δεύτερο σοβαρό προβληματικό σημείο έχει να κάνει με την αναστολή που η ρύθμιση προβλέπει ότι αυτοδικαίως θα επέρχεται με την κατάθεση μιας αίτησης έως, πρακτικά, την επικύρωση της συμφωνίας από το δικαστήριο ή την οριστική διαπίστωση αδυναμίας επίτευξής της. Η αναστολή αυτή, σύμφωνα με το νομοσχέδιο, δεν εμποδίζει μόνο τις πράξεις αναγκαστικής εκτέλεσης κατά του οφειλέτη, αλλ’ ακόμη και τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων εναντίον του. Παρότι η κριτική προς τέτοιες ρυθμίσεις δεν είναι ιδιαίτερα δημοφιλής στη χώρα μας, δεν είναι δυνατόν να μην επισημανθούν δύο πτυχές που δικαιολογούν πολλές επιφυλάξεις, τόσο για τη νομιμότητα όσο και για τη σκοπιμότητατης συγκεκριμένης πρόβλεψης. Κατ΄ αρχήν, σε επίπεδο καθαρά νομικό, δεν φαίνεται απολύτως συμβατό με το Σύνταγμά μας η υποβολή μιας οποιασδήποτε αίτησης –και μάλιστα όχι σε δικαστήριο- να παρέχει μία τόσο ευρεία και καθολική (:σε όλους ανεξαιρέτως τους αιτούντες) προστασία, όχι μόνο μάλιστα έναντι των πιστωτών που θα ήθελαν να διασφαλίσουν κάποια ελπίδα ικανοποίησης των δικαιωμάτων τους, αλλά και έναντι αυτών που για τις αξιώσεις τους έχουν ήδη δικαιωθεί, ακόμη και αμετακλήτως, από τα δικαστήρια.

Πράγματι, είναι θεσμικά ιδιαίτερα προβληματικό η απλή υποβολή μιας αίτησης να καθιστά ανίσχυρες δικαστικές αποφάσεις ή να απαγορεύει εντελώς την προσφυγή στη Δικαιοσύνη. Παρέλκει δε ν΄ αναφερθεί κανείς στις νέες στρεβλώσεις σε επίπεδο νοοτροπίας και συναλλακτικής ηθικής που θα γεννήσει η εφαρμογή μιας τέτοιας πρόβλεψης, η οποία θα δίνει ξανά ευκαιρίες στους στρατηγικούς κακοπληρωτές, αντιμετωπίζοντάς τους όπως ακριβώς τους καλόπιστους συναλλασσόμενους (μη λαμβανομένης καθόλου υπ΄ όψιν, για μια ακόμη φορά, της συνέπειας του καθενός κατά το παρελθόν), απέχοντας πολύ δηλαδή από την αίσθηση «δικαιότητας» που όλοι αναγνωρίζουν ότι απαιτείται να χαρακτηρίζει κάθε νέο μέτρο, ιδίως όταν αφορά σε ρυθμίσεις χρεών. Δεν είναι όμως τα ανωτέρω μόνοπου δικαιολογούν επιφυλάξεις για την συγκεκριμένη πρόβλεψη, της αυτοδίκαιης χορήγησης αναστολής αδιακρίτως σε όλους. Είναι και οι πολύ σοβαρές πρακτικές παρενέργειεςπου θα έχει, αφού, εφόσον παραμείνει, θα πρέπει να θεωρείται δεδομένο πως από την πρώτη κιόλας ημέρα θα υπάρξει αληθινός κατακλυσμός από δεκάδες χιλιάδες αιτήσεις υπαγωγής, πολλές από τις οποίες βέβαια θα γίνονται από μεγάλο αριθμό οφειλετών με μοναδικό σκοπό να επωφεληθούν της αναστολής, κερδίζοντας κάποιους μήνες (ή και περισσότερο) ασυλίας. Τα πρακτικά προβλήματα που θα προκύψουν, κατά την έναρξη ιδίως της εφαρμογής του νόμου, είναι προφανή, ακόμη δε και ηίδια η δυνατότητα του όποιου συστήματος στο ξεκίνημά του να ανταποκριθεί σε τέτοιες συνθήκες πρέπει να θεωρείται ιδιαίτερααμφίβολη.

Αντί λοιπόν για όλα αυτά, η χορήγηση ή μη αναστολής, όπως και το εύρος αυτής, θα μπορούσε να ορίζεται ότι θα εναπόκειται σε κάποιου είδους ταχύτατη δικαστική κρίση, στη βάση απλής πιθανολόγησης, με μια διαδικασία παρόμοια με αυτήν που προβλέπεται για τις προσωρινές διαταγές. Έτσι οι εντελώς αβάσιμες και μη έχουσες την παραμικρή ελπίδα ευδοκίμησης αιτήσεις όχι μόνο δεν θα μπορούν να τύχουν προστασίας που κανονικά δεν δικαιούνται, αλλά και, ακριβώς γι αυτό, είναι βέβαιο πως ούτε καν θα κατατίθενται. Πέραν δηλαδή της αποφυγής θεσμικών ακροβασιών, αποτρέπεται έτσι και η υπέρμετρη επιβάρυνση του συστήματος από τον μεγάλο όγκο καταχρηστικών αιτήσεων, οι οποίες διαφορετικά θα υπονομεύσουν τόσο τον χαρακτήρα του όσο και την ίδια τη λειτουργία και την αποτελεσματικότητά του.

Τα παραπάνω αποτελούν κατά τη γνώμη μου τα δύο βασικά σημεία που θα κρίνουν εν πολλοίς την επιτυχία ή μη του όλου εγχειρήματος. Υπάρχουν βεβαίως αρκετά ακόμη ζητήματα για τα οποία πρέπει να γίνει ενδελεχής συζήτηση, όπως για παράδειγμα τα καθήκοντα που η ρύθμιση επιφυλάσσει στους διαμεσολαβητές (τα οποία και ξένα είναι στην πραγματικότητα με τον θεσμικό τους ρόλο και τις αληθινές τους δεξιότητες υποτιμούν), ο προβλεπόμενος αριθμός τους και πολλά ακόμη σχετικώς. Ας είναι όμως, τουλάχιστον αρχίζει, έστω με τον στρεβλό αυτόν τρόπο, η αξιοποίησή τους, η οποία βέβαια θα αποδώσει αληθινούς καρπούς όταν η διαμεσολάβηση καταστεί υποχρεωτική (υποχρεωτικό προστάδιο) για ορισμένα είδη ιδιωτικών διαφορών, κάτι που, επιτέλους, αναμένεται να συμβεί σύντομα.

Η εξεύρεση λύσεων στην αντιμετώπιση της οικονομικής κρίσης και στην ταχεία και δίκαιη διευθέτηση των μεγάλων εκκρεμοτήτων που έχουν δημιουργηθεί ασφαλώς παραμένει το μεγάλο στοίχημα για όλους.


*Δικηγόρος, Μέλος ΔΣ ΔΣΑ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Διατηρούμε το δικαίωμα να μη δημοσιεύουμε σχόλια που είναι υπέρ το δέον υβριστικά ή άσχετα με το άρθρο ή αναφέρονται σε προσωπικά δεδομένα των αρθρογράφων. Επώνυμα άρθρα και σχόλια φέρουν την ευθύνη του περιεχομένου. Ευχαριστούμε για την κατανόηση!