Σάββατο, 27 Μαΐου 2017

Καπνιστές και παχύσαρκοι

Μεγάλη έρευνα διατυπώνει ανησυχίες και οδυνηρά συμπεράσματα για την υγεία των Ελλήνων
Ιδιαιτέρως ανησυχητικά για την υγεία των Ελλήνων είναι ...
τα αποτελέσματα της έρευνας του προγράμματος «ΥΔΡΙΑ», που πραγματοποιείται σε δείγμα 4.000 μόνιμων κατοίκων σε όλη τη χώρα από το Ελληνικό Ίδρυμα Υγείας και το ΚΕΕΛΠΝΟ, με επικεφαλής την καθηγήτρια Αντωνία Τριχοπούλου.
Από τα συμπεράσματα της έκθεσης, που παρουσιάστηκαν κατά τη διάρκεια του 43ου Πανελλήνιου Ιατρικού Συνεδρίου, προκύπτει πως οι Έλληνες πάσχουν από «επιδημία παχυσαρκίας και καπνίσματος».
Απόρροια όχι μόνο της άσχημης οικονομικής κατάστασης στην οποία βρίσκεται μεγάλο μέρος του πληθυσμού κατά τη διάρκεια της τρέχουσας δεκαετίας, αλλά και των κακών διατροφικών συνηθειών, του άγχους, της έλλειψης άσκησης και συνηθειών.
Σύμφωνα με τους ειδικούς, τα παραπάνω αντιπροσωπεύουν ένα μεγάλο τμήμα του ελληνικού πληθυσμού από τα μέσα της δεκαετίας του ’80 κι έπειτα.
«Φουγάρα» τρεις στους πέντε
Παρά την ευρύτατη ενημέρωση που διεξάγεται τα τελευταία χρόνια αναφορικά με τους κινδύνους που ενέχει το κάπνισμα, η μελέτη του προγράμματος «ΥΔΡΙΑ» έδειξε ότι το 32%, δηλαδή περίπου τρεις στους πέντε ενήλικες, μόνιμους κατοίκους της Ελλάδας, καπνίζει καθημερινά, ενώ το 4% καπνίζει περιστασιακά και το 21% για τουλάχιστον έναν χρόνο κάποια στιγμή στη ζωή του.
Το υψηλότερο ποσοστό συστηματικών καπνιστών παρατηρείται στις ηλικίες 25-64 ετών, όπου περίπου δύο στους πέντε συμμετέχοντες δηλώνουν ότι καπνίζουν καθημερινά. Το χαμηλότερο ποσοστό συστηματικών καπνιστών παρατηρείται στις μεγαλύτερες ηλικίες.
Η μεσογειακή διατροφή... 
Επίσης, από τα συγκεντρωτικά στοιχεία της έρευνας διαπιστώθηκε ότι επτά στους 10 ενήλικες είναι υπέρβαροι ή παχύσαρκοι. Το πρόβλημα είναι συχνότερο στους άνδρες, όπου παρατηρείται ένα ποσοστό 78%, ενώ στις γυναίκες το ποσοστό αυτό φτάνει το 68%. 
Οι άνδρες όμως είναι συχνότερα υπέρβαροι, ενώ οι γυναίκες είναι συχνότερα παχύσαρκες.Το ποσοστό των ατόμων με φυσιολογικό σωματικό βάρος είναι υψηλότερο στην ηλικιακή ομάδα 18-24 ετών, όπου ο ένας στους τρεις είναι υπέρβαρος ή παχύσαρκος.
Το 43% των υπέρβαρων ατόμων παρατηρείται στην ηλικιακή ομάδα 50-64 ετών, ενώ ένας στους δύο ενήλικες ηλικίας 65-79 ετών είναι παχύσαρκος.
Το 60% των Ελλήνων πάσχει από κάποιο χρόνιο νόσημα 
Τρεις στους πέντε ενήλικες, μόνιμους κατοίκους της Ελλάδας, δήλωσαν ότι πάσχουν από κάποιο χρόνιο νόσημα. Ως χρόνια νοσήματα θεωρήθηκαν προβλήματα υγείας ή παθήσεις των οποίων η χρονική διάρκεια είναι μεγαλύτερη των έξι μηνών.
Οι γυναίκες, και ειδικότερα γυναίκες μέχρι 65 ετών, δήλωσαν συχνότερα από τους άνδρες την ύπαρξη χρόνιου νοσήματος. 
Σημαντικός ο ρόλος της εκπαίδευσης
Ως ένας από τους βασικούς παράγοντες που επηρεάζουν αρνητικά την υγεία των Ελλήνων είναι η παντελής απουσία ενημέρωσης και εκπαίδευσης στην πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Όπως επισημαίνουν οι ειδικοί, ήδη από τις πρώτες τάξεις του δημοτικού τα παιδιά μαθαίνουν όλες τις βλαβερές διατροφικές συνήθειες και απομακρύνονται από τη λεγόμενη «παραδοσιακή ελληνική διατροφή».
Φυσικά, τα παιδιά τρώνε ό,τι τους δίνουν οι γονείς, συνεπώς το πραγματικό πρόβλημα των επιβλαβών διατροφικών συνηθειών θα πρέπει να εστιαστεί στους ενήλικες, με την ηλικία να παίζει μικρό ρόλο σε αυτό. Εν αντιθέσει με την εκπαίδευση και ενημέρωση. Δύο άξονες πάνω στους οποίους πρέπει ν’ αναπτυχθεί ένας πιο υγιής καθημερινός τρόπος διατροφής. 
Όπως παρατηρείται, λοιπόν, στα συμπεράσματα της ιατρικής μελέτης, μεταξύ των νεότερων ατόμων ο επιπολασμός χρόνιων νοσημάτων ήταν σημαντικά υψηλότερος σε άνδρες και γυναίκες χαμηλού επιπέδου εκπαίδευσης σε σύγκριση με άτομα μεσαίου ή ανώτερου μορφωτικού επιπέδου. 
Μεταξύ ατόμων ηλικίας 65 ετών και άνω, εννέα στους 10 δήλωσαν ότι πάσχουν από κάποιο χρόνιο νόσημα και το επίπεδο εκπαίδευσης δεν φαίνεται να σχετίζεται με τη χρόνια νοσηρότητα, εκτός από την περίπτωση των γυναικών, στις οποίες παρατηρείται μείωση στη νοσηρότητα με βελτίωση του επιπέδου εκπαίδευσης.
Σακχαρώδης διαβήτης, άσθμα, καρδιοπάθεια και κατάθλιψη στο «top 10» των χρόνιων παθήσεων 
Σακχαρώδης διαβήτης 
Ένας στους 10 ενήλικες, μόνιμους κατοίκους της Ελλάδας, πάσχει από σακχαρώδη διαβήτη. Η αναλογία αυξάνεται σε περίπου τρεις στους 10 μεταξύ ατόμων ηλικίας 65 ετών και άνω και στα δύο φύλα. 
Το επίπεδο εκπαίδευσης σχετίζεται αρνητικά με τη συχνότητα της νόσου μεταξύ ατόμων ηλικίας μέχρι 65 ετών, δηλαδή ο επιπολασμός του σακχαρώδους διαβήτη είναι υψηλότερος μεταξύ ατόμων χαμηλού μορφωτικού επιπέδου.
Μεταξύ ατόμων μεγαλύτερων ηλικιών, η συσχέτιση παραμένει μόνο μεταξύ των γυναικών. 
Οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου
Στην Ελλάδα, το οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου αφορά κυρίως τους άνδρες. Στο σύνολο του πληθυσμού των ενήλικων ανδρών της χώρας, περίπου 5% των ατόμων έχουν υποστεί οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου και το ποσοστό αυξάνεται σημαντικά (13%) σε άτομα μεγαλύτερων ηλικιών. Γενικά, το επίπεδο εκπαίδευσης δεν φαίνεται να σχετίζεται με τη συχνότητα της πάθησης. 
Εγκεφαλικό επεισόδιο 
Ο επιπολασμός του αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου είναι χαμηλός στον πληθυσμό της Ελλάδας (περίπου 2%), χωρίς να παρατηρείται σημαντική διαφοροποίηση μεταξύ των δύο φύλων. Μετά την ηλικία των 65 ετών το ποσοστό εμφάνισης της νόσου είναι περίπου τέσσερις με πέντε φορές υψηλότερο και στα δύο φύλα, ενώ δεν φαίνεται να σχετίζεται με το επίπεδο εκπαίδευσης των ατόμων. 
Άσθμα 
Περίπου ένας στους 10 ενήλικες, μόνιμους κατοίκους της Ελλάδας, δήλωσε ότι έχει νοσήσει ή νοσεί από άσθμα, συμπεριλαμβανομένου και του αλλεργικού άσθματος. Ο επιπολασμός της συγκεκριμένης πάθησης δεν φαίνεται να σχετίζεται σε βαθμό στατιστικά σημαντικό με κοινωνικο-δημογραφικά χαρακτηριστικά των ατόμων.
Κατάθλιψη
Στην Ελλάδα, το πρόβλημα της χρόνιας κατάθλιψης αφορά περισσότερο τις γυναίκες όλων των ηλικιών και ο επιπολασμός της νόσου αγγίζει το 17% στην περίπτωση γυναικών ηλικίας 65 ετών και άνω (τετραπλάσιος αυτού μεταξύ των ανδρών). Γενικά, η οικονομικο-κοινωνική κατάσταση δεν βρέθηκε να σχετίζεται με τον κατά δήλωση επιπολασμό της χρόνιας κατάθλιψης μεταξύ γυναικών μεγαλύτερων ηλικιών. Αντίθετα, στις νεότερες γυναίκες, το πρόβλημα της χρόνιας κατάθλιψης είναι συχνότερο μεταξύ γυναικών χαμηλότερου μορφωτικού επιπέδου.
Τα «όπλα» για την προστασία της Δημόσιας Υγείας
Οι επιλογές στην πολιτική υγείας προσανατολίζονται, κατά κανόνα, σε θεραπευτικά μέτρα και τις αντίστοιχες αναγκαίες υποδομές.
Μέτρα και διαδικασίες, όμως, που επικεντρώνονται στους τομείς που αφορούν την πρόληψη θα επηρεάσουν περισσότερο τους δείκτες υγείας από ό,τι επενδύσεις σε υψηλή τεχνολογία, που είναι βέβαια και εκείνη επιθυμητή. Η προσέγγιση θα πρέπει να είναι τόσο μεσοπρόθεσμη όσο και μακροπρόθεσμη, και να βασίζεται στη συστηματική αποτύπωση του προβλήματος, στην ιεράρχηση των εναλλακτικών ή συμπληρωματικών δυνητικών παρεμβάσεων και στη διαμόρφωση των προϋποθέσεων για την αξιολόγησή τους. 
Ενδεικτικά μπορεί να περιλαμβάνει τους παρακάτω άξονες - δράσεις:
(α) Ενημέρωση και εκπαίδευση, με τη διαμόρφωση τηλεοπτικών βραχυχρόνιων μηνυμάτων (spot), ειδικών θεματικών ενοτήτων σε τηλεοπτικές εκπομπές και την εφαρμογή σχεδίων ολοκληρωμένης παρέμβασης με στόχο την ενεργοποίηση της κοινότητας, με σημείο αναφοράς τα σχολεία.
(β) Πρόληψη εκτροπών, μέσω επιμορφωτικών σεμιναρίων απευθυνόμενα στους επαγγελματίες υγείας και τη συνεργασία με τα κέντρα υγείας και νοσοκομεία της χώρας για την πρακτική εφαρμογή των στόχων.
(γ) Διαμόρφωση μεθόδων και δομών για την εξασφάλιση της διαχρονικής παρακολούθησης των δεικτών υγείας του πληθυσμού, με την εξασφάλιση της περιοδικής συλλογής συγκρίσιμων στοιχείων για τους δείκτες υγείας στον πληθυσμό μέσω προ τυποποιημένων διαδικασιών.
Πηγή: Δημοσιεύτηκε στο ΠΟΝΤΙΚΙ, τεύχος 1970 στις 25-05-2017

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Διατηρούμε το δικαίωμα να μη δημοσιεύουμε σχόλια που είναι υπέρ το δέον υβριστικά ή άσχετα με το άρθρο ή αναφέρονται σε προσωπικά δεδομένα των αρθρογράφων. Επώνυμα άρθρα και σχόλια φέρουν την ευθύνη του περιεχομένου. Ευχαριστούμε για την κατανόηση!