Παρασκευή, 5 Μαΐου 2017

Στην τελική ευθεία με στόχο το QE

Κυβερνητική αισιοδοξία για χρέος - ποσοτική χαλάρωση 
Η δρομολόγηση της ψήφισης του πακέτου της δεύτερης αξιολόγησης (γύρω στις 16 Μαΐου) φέρνει την κυβέρνηση μια ανάσα κοντά στο πολυπόθητο QE το οποίο θεωρείται το εισιτήριο της... εξόδου στις αγορές πάνω στις οποίες μπορεί να στηριχθεί και το αφήγημα της εξόδου από τα μνημόνια και την επιτροπεία των δανειστών. 
 
Μάλιστα, σύμφωνα με τα όσα είπε χθες ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Δημήτρης Τζανακόπουλος, στόχος είναι η έξοδος στις αγορές τον Αύγουστο του 2018. Υπενθυμίζεται ότι ο πρωθυπουργός είχε πρόσφατα δηλώσει ότι στόχος είναι αυτή η έξοδος στις αγορές να είναι «διατηρήσιμη» και «όχι ευκαιριακή».
 
Εξ ου και η μέγιστη πολιτική επένδυση της κυβέρνησης στη συζήτηση για το χρέος, τη μεσοπρόθεσμη ελάφρυνση του οποίου θέτει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (Ντράγκι) ως προϋπόθεση για την ένταξη του ελληνικού τραπεζικού συστήματος στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης (QE). 
 
Μετά την ολοκλήρωση της συμφωνίας με τους θεσμούς τα ξημερώματα της Τρίτης, η κυβέρνηση στρέφει πλέον την προσοχή της στο τελευταίο (αλλά πρωταρχικό ζητούμενο) κομμάτι της συνολικής συμφωνίας που επιδιώκει να επιτευχθεί στο Eurogroup της 22ας Μαΐου. 
 
Εκεί αναμένεται να κλείσει (να επικυρωθεί) χωρίς απρόοπτα (πχ. απαιτήσεις για… μέτρα της τελευταίας στιγμής) η ολοκλήρωση της β’ αξιολόγησης, αλλά η κυβέρνηση αναμένει ότι θα κλείσει (ή έστω θα προχωρήσει για να κλείσει τις αμέσως επόμενες μέρες και πριν από τη συνεδρίαση της ΕΚΤ στις 8 Ιουνίου) και το θέμα του προσδιορισμού των μεσοπρόθεσμων μέτρων ελάφρυνσης του δημόσιου χρέους.
 
Όπως είναι πλέον γνωστό, το θέμα των μεσοπρόθεσμων μέτρων του χρέους (τα οποία ζητείται να προσδιοριστούν αλλά έχει ήδη αποφασιστεί από το 2016 ότι θα εφαρμοστούν μετά τη λήξη του 3ου μνημονίου) συναρτάται απόλυτα με τη συζήτηση για τα πλεονάσματα, δηλαδή τον προσδιορισμό του μεσοπρόθεσμου διαστήματος κατά το οποίο η Ελλάδα θα πρέπει να επιτυγχάνει υψηλά πλεονάσματα. 
 
Από τον καθορισμό των πλεονασμάτων εξαρτάται το μέγεθος των μεσοπρόθεσμων μέτρων ελάφρυνσης, αλλά εμπόδιο σε αυτήν τη συζήτηση φαίνεται να στέκεται η Γερμανία, η οποία πιέζει για επίτευξη πλεονασμάτων ύψους 3,5% για μια δεκαετία μετά το τέλος του προγράμματος (δηλαδή ώς το 2028). 
 
Το διάστημα που απομένει, αναμένεται να τρέξει σε κλίμα δημόσιων και παρασκηνιακών εκατέρωθεν πιέσεων μεταξύ Γερμανίας και ΔΝΤ, με την κυβέρνηση στη μέση να ελπίζει σε αίσιο τέλος αυτής της διελκυστίνδας που απολήγει στο περιβόητο QE. 
 
Κατά το σκεπτικό που διατυπώνεται από την πλευρά του Μαξίμου, ο διακαής πόθος του Βερολίνου να παραμείνει το ΔΝΤ στο τρίτο πρόγραμμα δημοσιονομικής προσαρμογής, ούτε λίγο ούτε πολύ, αποτελεί δικλείδα ασφαλείας ότι στο τέλος «θα τα βρούνε», εν ολίγοις δεν μπορεί παρά το Βερολίνο να συμφωνήσει στα μεσοπρόθεσμα μέτρα που είναι όρος του ΔΝΤ για να μείνει στο πρόγραμμα. Μάλιστα η κυβέρνηση φαίνεται να έχει την πεποίθηση ότι τα δύο μέρη θα τα βρούνε και μέσα στο άμεσο πιεστικό χρονοδιάγραμμα (ώστε η Αθήνα να προλάβει το τρένο της ποσοτικής χαλάρωσης) και όχι αργότερα, π.χ. μετά τις γερμανικές εκλογές.
 
Ενδεικτικά ως προς τα παραπάνω είναι τα όσα είπε στην ενημέρωση των πολιτικών συντακτών ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Δημήτρης Τζανακόπουλος: 
Επανέλαβε την εκτίμηση πως στο επόμενο διάστημα 15-20 ημερών εντατικών διαβουλεύσεων «θα καταλήξουμε σε μια συμφωνία η οποία θα είναι τόσο γενική ώστε να μη δημιουργεί πολιτικό πρόβλημα στη Γερμανία ενόψει και των εκλογών του Σεπτεμβρίου. Και από την άλλη μεριά, τόσο ειδική ώστε να έχει τη δυνατότητα το ΔΝΤ να ολοκληρώσει μια θετική μελέτη βιωσιμότητας του ελληνικού χρέους και από εκεί και πέρα να μπορέσουμε να εντάξουμε τα ελληνικά ομόλογα στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης της ΕΚΤ και να ανακτήσουμε την πρόσβασή μας στις αγορές».
Ως προς το περιεχόμενο της διεξαγόμενης συζήτησης ανέφερε ότι στο τραπέζι είναι «ο βαθμός της ειδικότητας του προσδιορισμού αυτών ακριβώς των μέτρων που θέλει να εφαρμοστούν το ΔΝΤ, αλλά και η ελληνική κυβέρνηση». Σε αυτήν τη συζήτηση, είπε, η κυβέρνηση «συμφωνεί ότι χρειάζονται μέτρα ελάφρυνσης για να καταστεί το ελληνικό χρέος βιώσιμο και να μην υπάρχουν πλέον οι οποιεσδήποτε επιφυλάξεις εκ μέρους των αγορών για τη σταθερότητα και το αξιόχρεο της ελληνικής οικονομίας, αλλά και της Ελλάδας. Με αυτήν την έννοια, οι διατυπώσεις οι οποίες μας ικανοποιούν, θα είναι εκείνες οι διατυπώσεις που θα ανοίξουν την πόρτα για την ένταξη της χώρας μας στο πρόγραμμα της ποσοτικής χαλάρωσης».
 
Ένας κοντινός σταθμός για την εξέλιξη της σχετικής συζήτησης θεωρείται η συνάντηση του G7 στο Μπάρι της Ιταλίας (11-13 Μαΐου). Επισήμως η κυβέρνηση αποφεύγει να δείξει ότι επενδύει στις συζητήσεις που θα γίνουν στο περιθώριο των εργασιών της Συνόδου και επισημαίνει ότι μέχρι τις 22 Μαΐου θα υπάρξουν πρωτοβουλίες απ’ όλες τις πλευρές. Μάλιστα αφήνεται ανοιχτό το ενδεχόμενο ο πρωθυπουργός, εφόσον χρειαστεί, «να έχει και επαφές και συνομιλίες με όλους τους εμπλεκόμενους, είτε αυτή είναι η γερμανική κυβέρνηση είτε αυτοί είναι οι Ευρωπαίοι αξιωματούχοι είτε και η ίδια η γενική διευθύντρια του ΔΝΤ, η κυρία Λαγκάρντ».
Πηγή:topontiki.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Διατηρούμε το δικαίωμα να μη δημοσιεύουμε σχόλια που είναι υπέρ το δέον υβριστικά ή άσχετα με το άρθρο ή αναφέρονται σε προσωπικά δεδομένα των αρθρογράφων. Επώνυμα άρθρα και σχόλια φέρουν την ευθύνη του περιεχομένου. Ευχαριστούμε για την κατανόηση!