Τρίτη, 12 Σεπτεμβρίου 2017

Η Τουρκία, η Ευρώπη και εμείς


Στέφανος Κωνσταντινίδης*
Οι σχέσεις ανάμεσα στην Τουρκία και την Ευρώπη περνούν μια νέα ένταση τον τελευταίο καιρό, ιδίως με τη Γερμανία. Το Βερολίνο έχει υψώσει τους τόνους και προειδοποιεί την Άγκυρα ότι δεν μπορεί να γίνει μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Στην πραγματικότητα πρόκειται για μια ένταση που εξυπηρετεί τη Μέρκελ αλλά, ως ένα σημείο, και τα άλλα γερμανικά κόμματα, λόγω των εκλογών. Εξάλλου, όλοι γνωρίζουν ότι η Ευρώπη ποτέ δεν ήταν έτοιμη να δεχτεί στους κόλπους της την Τουρκία. Αυτό το γνωρίζουν επίσης πολύ καλά και στην Άγκυρα. Η κατάληξη θα είναι κάποια στιγμή μια ειδική σχέση ανάμεσα στις δύο πλευρές που θα εξασφαλίζει μια προνομιακή μεταχείριση στην Τουρκία. Ο διάλογος που ξεκίνησε για την αναβάθμιση της τελωνειακής ένωσης ΕΕ – Τουρκίας θα μπορούσε να ήταν ένα πρώτο βήμα προς αυτή την κατεύθυνση. Τα αμοιβαία συμφέροντα ανάμεσα στις δύο πλευρές, οικονομικά και στρατηγικά, είναι πολύ μεγάλα και δεν επιτρέπουν τη ρήξη ανάμεσά τους. Μετά τις γερμανικές εκλογές, η ένταση θα υποχωρήσει και ο διάλογος θα επαναληφθεί. Μόνο όσοι έχουν ψευδαισθήσεις μπορεί να πιστεύουν σε οριστική ρήξη ανάμεσα στην Τουρκία και την Ευρώπη.
Αυτές οι σχέσεις έρχονται από μακριά, έχουν αναπτυχθεί από την εποχή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, ειδικά με τους «μεταρρυθμιστές» σουλτάνους της Ύστερης Οθωμανικής Περιόδου. Τον ευρωπαϊκό δρόμο ακολούθησαν και οι Νεότουρκοι το 1908, ενώ ο Μουσταφά Κεμάλ τον επέβαλε διά πυρός και σιδήρου. Οι ισλαμιστές που παρουσιάζονται κληρονόμοι της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας δεν στόχευαν ποτέ τη διακοπή των σχέσεων με την Ευρώπη. Αντίθετα χρησιμοποίησαν την ΕΕ για να εδραιώσουν την εξουσία τους και να αποφύγουν τον κίνδυνο πραξικοπήματος από τους στρατιωτικούς και τους Κεμαλιστές. Εξάλλου η Τουρκία ανήκει και στο ΝΑΤΟ, τον έτερο δυτικό πυλώνα, που κάνει την πρόσδεσή της στην Ευρώπη και τη Δύση γενικότερα ακόμη πιο ισχυρή. Ανεξάρτητα δε από όσα εκστομίζει κατά καιρούς ο Ερντογάν, στην Άγκυρα ξέρουν ότι η Τουρκία δεν μπορεί να επιβιώσει χωρίς την Ευρώπη και τη Δύση. Η δε Ευρώπη δεν μπορεί για οικονομικούς και γεωπολιτικούς λόγους να αποκοπεί από την Τουρκία.
Τούτων λεχθέντων, για να μην υπάρχουν ψευδαισθήσεις, δεν σημαίνει πως η Τουρκία είναι άτρωτη, ιδιαίτερα σήμερα με τα πολλαπλά προβλήματα που αντιμετωπίζει. Ελλάδα και Κύπρος διαθέτουν ισχυρούς μοχλούς πίεσης λόγω της παρουσίας τους στην Ευρωπαϊκή Ένωση και λόγω της δικής τους γεωπολιτικής και γεωστρατηγικής θέσης. Άλλωστε η όποια στρατηγική αξία της Τουρκίας είναι διασυνδεδεμένη με αυτήν της Ελλάδας και της Κύπρου. Γι΄αυτό άλλωστε και η μεγάλη σημασία που η Δύση απέδιδε πάντοτε στη νοτιοανατολική πτέρυγα του ΝΑΤΟ. Τόσο δε η αναβάθμιση της τελωνειακής ένωσης της Τουρκίας με την ΕΕ όσο και η ανάπτυξη μελλοντικά μιας ειδικής σχέσης περνούν αναγκαστικά και από την Αθήνα και από τη Λευκωσία. Το ερώτημα είναι αν θα θελήσουν και αν θα μπορέσουν, τόσο η Κύπρος όσο και η Ελλάδα, να χρησιμοποιήσουν αυτό τον μοχλό πίεσης. Η εμπειρία από το παρελθόν δεν είναι και τόσο ενθαρρυντική.

Ειδικά στο Κυπριακό έχει παγιωθεί μια αντίληψη συνεχών παραχωρήσεων στην Τουρκία που τη συνοδεύουν τα φοβικά σύνδρομα υποταγής ως εάν τίποτε δεν άλλαξε μετά το 1974. Οι υποχωρήσεις που έγιναν και που είναι επί της ουσίας αποδοχή μόνιμης τουρκικής παρουσίας στην Κύπρο και κηδεμονία του τόπου με τουρκικό στρατηγικό έλεγχο ολόκληρου του νησιού, θέτουν θέμα επιβίωσης του κυπριακού Ελληνισμού αλλά και των ίδιων των Τουρκοκυπρίων. Στο Κραν Μοντάνα, την τελευταία φορά, ο Αναστασιάδης, με τη στήριξη του ΑΚΕΛ, τα έδωσε όλα στα θέματα της διακυβέρνησης, εδαφικού και περιουσιακού με την ελπίδα να πετύχει κάποια υποχώρηση της Τουρκίας στα εγγυητικά και παρεμβατικά δικαιώματα που διεκδικεί και την απόσυρση του τουρκικού στρατού. Αλλά αυτή η πολιτική του δώσε-δώσε, απέτυχε οικτρά.
Είναι η ώρα να εγκαταλειφθούν οι τακτικισμοί μικρής πνοής, εν όψει και προεδρικών εκλογών, και να χαρακτεί μια διαφορετική πολιτική από αυτήν που μας οδήγησε στα σημερινά καταστροφικά αποτελέσματα. Η παλιά πολιτική στο Κυπριακό κατέρρευσε. Χρειαζόμαστε μια διαφορετική πολιτική, μια νέα στρατηγική που θα αντιμετωπίσει τα σημερινά τραγικά αδιέξοδα στα οποία μας οδήγησε η παλιά πολιτική. Οι λεγόμενοι ενδιάμεσοι, με τη στήριξη όλων των προοδευτικών δυνάμεων από τον χώρο της Αριστεράς και των πατριωτικών δημοκρατικών δυνάμεων από το υπόλοιπο πολιτικό φάσμα, είναι οι μόνοι που θα μπορούσαν να χαράξουν μια τέτοια πολιτική. Αλλά θα πρέπει να τολμήσουν να παρουσιάσουν μια πρόταση τεκμηριωμένη πέρα από τις γενικότητες που αρθρώνουν αυτή την ώρα. Και στην οποία να έχουν θέση και οι Τουρκοκύπριοι που θα επιλέξουν την Κύπρο αντί της Τουρκίας. Διαφορετικά θα οδεύσουμε στις προεδρικές εκλογές, στο ίδιο έργο θεατές, αυτό της μικροπολιτικής, χωρίς καμιά προοπτική...

*Πανεπιστημιακός, διευθυντής του Κέντρου Ελληνικών Ερευνών Καναδά-ΚΕΕΚ και μέχρι πρόσφατα επιστημονικός συνεργάτης του ΕΔΙΑΜΜΕ στο Πανεπιστήμιο Κρήτης.

ΠΗΓΗ :pentalia.blogspot.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Διατηρούμε το δικαίωμα να μη δημοσιεύουμε σχόλια που είναι υπέρ το δέον υβριστικά ή άσχετα με το άρθρο ή αναφέρονται σε προσωπικά δεδομένα των αρθρογράφων. Επώνυμα άρθρα και σχόλια φέρουν την ευθύνη του περιεχομένου. Ευχαριστούμε για την κατανόηση!