Τετάρτη, 17 Ιανουαρίου 2018

Τζίμης Πανούσης: Γυφτάκι

 «Θα μας λείψει». Ή και σκέτο «θα λείψει». Το λένε σαν στερεοτυπικό αποχαιρετισμό στους άξιους. Το είπαν πολλοί και για τον Τζίμη Πανούση, σαν να ήθελαν να αποφύγουν να ορίσουν τι πραγματικά θα λείψει με τον εκλιπόντα.

Τι απ’ όλα; Ο Πανούσης ήταν θεατρίνος, που προτιμούσε το βάθος της πλατείας από το ύψος της σκηνής. Είχε στιβαρή φωνή, αλλά σκόπιμα την κακοποιούσε. Εκανε εκπομπές στα συστημικά ραδιόφωνα, αλλά έφτυνε κατ’ επάγγελμα το σύστημα. Εγραφε, αλλά τα γραπτά του είχαν τη ροή του παραληρήματος – σαν απομαγνητοφωνημένοι αυτοσχεδιασμοί που πηδούσαν από λογοπαίγνιο σε λογοπαίγνιο, από αναποδογυρισμένο σε αναποδογυρισμένο κλισέ.
Αν κάτι απ’ όλα έπαιρνε περισσότερο «στα σοβαρά» αυτός ο μαστιγωτής της σοβαρότητας ήταν οι στίχοι. Εκεί βρίσκεται αποσταγμένο το καλλιτεχνικό του πρόγραμμα – που μόνο εκ των υστέρων και αυθαίρετα μπορεί κανείς να το χαρακτηρίσει πρόγραμμα.
Ο ίδιος έδειχνε μεγάλη επιμέλεια στο να μη φαίνεται τίποτε απ’ όσα έκανε φροντισμένο. Κι ωστόσο στους στίχους του, πίσω από την πρόσοψη του μπουρλέσκ, γλίστρησαν λίγες στιγμές ποίησης. Λίγοι στίχοι ωμής ομορφιάς που ξεχωρίζουν σαν λυρικά ατυχήματα: «Μα όσο υπάρχουν απλωμένα / στα μπαλκόνια των πολυκατοικιών / άσπρα σεντόνια, / δε φοβάμαι. / Αραγε μέχρι πότε αλήθεια θα κρατήσει / αυτή η ανακωχή μεταξύ των ενοίκων;».
Βέβαια, το μεγαλύτερο έργο του Πανούση ήταν η persona του. Ο ίδιος ήταν το διαρκές έργο – μια ολόσωμη, ακούρευτη, απύλωτη προβοκάτσια. Προβοκάτσια που λειτουργούσε κωμικά και πολιτικά όσο κυριαρχούσε η κουλτούρα που την είχε εμπνεύσει. Οσο κυριαρχούσε το «καθεστώς» της μέσης Μεταπολίτευσης –ο ρωμαλέος βλαχοκαταναλωτισμός, η ψευτοεπαναστατικότητα της κομματικής αγέλης, η έντεχνη κλάψα– τρεφόταν και ο αντικαθεστωτισμός του Πανούση. Και μετά;
Μετά εκπληρώθηκε ο προφητικός του στίχος: Ο τολμητίας πνίγηκε στα χάχανα του κοινού του. Ο αντικομφορμισμός του υπέκυψε στην εύκολη φόρμα – στα σφυροδρέπανα και τις σβάστιγκες. Δεν ήταν πια μια ιδιοφυής σάτιρα που καταπατούσε την πολιτική ορθότητα. Αλλά μια κοινότοπη καταπάτηση της πολιτικής ορθότητας που διεκδικούσε να εκληφθεί ως σάτιρα.
Πολλοί ομότεχνοι του Πανούση το έπαθαν με την κρίση: Εκχώρησαν το ταλέντο τους στην καταγγελία και στον ακτιβισμό. Τουλάχιστον εκείνος –ακόμη κι όταν ο λόγος του αντηχούσε τα ψεκασμένα συνθήματα– δεν φόρεσε κόκκινα γάντια. Δεν συνδικαλίστηκε. Ούτε το έπαιξε ποτέ λαοβοσκός. Παρέμεινε «γυφτάκι» («με τα τραγούδια - πατσαβούρια μου γυαλίζω το παρμπρίζ») χωρίς τσαντίρι. Βωμολόχος χωρίς βωμό.
Τι θα μας λείψει; Θα μας λείψει εκείνος ο παλιός εαυτός μας που, όταν άκουγε τον Πανούση, ήξερε ακόμη από τι ήθελε να χειραφετηθεί. 
Πηγή:kathimerini.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Διατηρούμε το δικαίωμα να μη δημοσιεύουμε σχόλια που είναι υπέρ το δέον υβριστικά ή άσχετα με το άρθρο ή αναφέρονται σε προσωπικά δεδομένα των αρθρογράφων. Επώνυμα άρθρα και σχόλια φέρουν την ευθύνη του περιεχομένου. Ευχαριστούμε για την κατανόηση!